Σήμερα θα αφοσιωθούμε σε λέξεις, πολλές εκ των οποίων θα είναι και σύνθετες, τις
οποίες είμαι σίγουρη πως έχετε ακούσει, αλλά δεν ξέρετε ακριβώς τι σημαίνουν.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν:

1. Anhängsel (άνχενγκσελ)
wörtlich: kleines Schmuckstück, das an einer Kette getragen wird
übertragen: als überflüssig betrachtete Begleitperson
Εάν μεταφράσουμε την κύρια έννοια της λέξης, τότε εννοούμε ένα κρεμαστό
(αντικείμενο ή κόσμημα), που μπορούμε να το προσθέσουμε στην αλυσίδα
χεριού/λαιμού.
Μεταφορικά όμως περιγράφουμε ένα πρόσωπο, το οποίο μας συνοδεύει, αλλά είναι
περιττό – θα τον αποκαλούσαμε και το πρόσωπο που „κρατάει το φαναράκι“

2. Hüftgold (χύφτγκολντ)
Synonym: Hüftspeck
Αυτή η λέξη περιγράφει το επιπλέον βάρος/λίπος, που βρίσκεται στην
περιφέρεια/στους γλουτούς.

3. Kaffeeklatsch (κάφεκλατς)
gemütliches Treffen, bei dem Kaffee getrunken, Kuchen gegessen und über
verschiedene Sachen gesprochen wird (Synonym: Kaffeekränzchen)
Φανταστείτε ότι είναι 15 η ώρα το απόγευμα και καλείτε τις φίλες σας για καφέ. Αυτή
η απογευματινή συνάντηση, στην οποία σίγουρα θα απολαύσετε τον καφέ σας, θα
φάτε το γλυκάκι σας και θα μοιραστείτε τα νέα σας (είτε δικά σας προσωπικά είτε
αθυά που ακούσατε για άλλους), λέγεται στα γερμανικά Kaffeeklatsch ή ακόμα και
Kaffeekränzchen.

4. Klatschmaul (κλάτσμαουλ)
eine Person, die gerne schlecht über nicht anwesende Personen spricht
η κουτσομπόλα/ο κουτσομπόλης

5. Lulatsch (λούλατς)
große, dünne, männliche Person; die Körperhaltung ist nicht gerade gut
Ένα ψηλό, πολύ αδύνατο και (καμία φορά) άχαρο στο περπάτημα και στη στάση
άτομο.

6. Quatschkopf (κβάτσκοπφ)
eine Person, die dazu neigt, viel zu viel Unsinn zu sprechen und häufig Quatsch
(falsche, unüberlegte, unkluge Handlung) und unsinnige Sachen macht

Ένα πρόσωπο, το οποίο κάνει συχνά αστεία πράγματα, λέει ανοησίες και πράττει
απερίσκεπτα (δεν αναφερόμαστε όμως αυτόματα σε κλόουν)

7. splitterfasernackt (σπλίττερφασερνακτ)
völlig nackt
όταν κάποιος είναι απόλυτα γυμνός, θεόγυμνος

8. sternhagelvoll (στέρνχαγκελφολ)
absolut betrunken, hackedicht, betrunken
Έτσι αποκαλούμε ένα πρόσωπο, το οποίο έχει πιει πάρα πολύ αλκοόλ και είναι
τύφλα/σκνίπα.

9. Trantüte (τρέντυτε)
langsamer, träger Mensch
Synonym: lahme Ente, Schlafmütze, Schnarchnase
Ένα πρόσωπο, το οποίο είναι (σε όλες του τις πράξεις) απίστευτα αργό

10. doppelt gemoppelt (ντόπελτ γκεμόπελτ)
etwas, das zweimal gemacht wurde oder das es zweimal gibt (obwohl einmal genug
wäre)
Αυτή έκφραση χρησιμοποιείται συνήθως για να δηλώσει πλεονασμό.
π.χ. δυο δίδυμα, ένας χλωμός νεκρός

11. Erbsenzähler (έρμπσεντσελερ)
Person, die sich zu sehr auf unwichtige Dinge konzentriert, kleinlich und auch geizig
ist
Περιγράφει ένα πρόσωπο, το οποίο επικεντρώνεται σε ασήμαντα πράγματα,
δίνοντας τα άσκοπα περισσότερη αξία από ότι πρέπει – όταν κάποιος είναι
σχολαστικός

12. Eselsbrücke (έσελσμπρυκε)
ein Merkspruch, der einem hilft, sich etwas besser zu merken
Σίγουρα θα αναρωτηθήκατε, τι σχέση έχει το γαϊδούρι με τη γέφυρα;
Απολύτως καμία 😉 έτσι αποκαλείται ο τυφλοσούρτης – μια μέθοδος μάθησης που
χρησιμοποιούμε, για να θυμόμαστε πράγματα.

π.χ. πως να θυμόμαστε κάθε πότε να αλλάζουμε τα λάστιχα στο αυτοκίνητο (μεταξύ
χειμώνα και καλοκαίρι)
Sommerreifen von O(stern) bis O(ktober) – τα καλοκαιρινά λάστιχα από Ο(στα
γερμανικά: πάσχα) μέχρι Ο(Οκτώβριο)

13. sich fremdschämen (σιχ φρέμντσεμεν)
wenn man sich wegen dem, was eine andere Person tut, selbst schlecht fühlt
ντρεπόμαστε για λογαριασμού άλλου.

14. Futterneid (φούτερναϊντ)
wörtlich: wenn man das Essen von jemand anderem essen will
metaphorisch: wenn man neidisch auf den Erfolg einer anderen Person ist
Αυτή η λέξη προέρχεται από τη φυσική συμπεριφορά των ζώων – όταν ένα ζώο, π.χ.
ένας σκύλος, βλέπει την τροφή άλλου σκύλου, ζηλεύει και θέλει να του την πάρει και
να την φάει ο ίδιος του. Έτσι και εμείς οι άνθρωποι – όταν βλέπουμε ένα άτομο να
τρώει κάτι και το „ζηλεύουμε“, τότε αυτό το „φαινόμενο“ λέγεται Futterneid.

15. Geheimratsecken (γκεχαΐμρατσεκεν)
insbesondere bei Männern: die Stellen links und rechts oben am Gesicht (an der
Stirn), wo man keine Haare mehr hat
Ειδικά για τους άντρες: Τα πρώτα σημεία δεξιά και αριστερά στο μέτωπο, που
υποδηλώνουν ότι αρχίζουν να αραιώνονται τα μαλλιά.

16. Hochwasserhose (χόχβασερχοσε)
eine Hose, die deutlich über dem Knöchel endet bzw. zu kurz ist
το πολύ κοντό παντελόνι

17. innerer Schweinehund (ίνερερ σβάϊνεχουντ)
Willensstärke bzw. Motivation, die eine Person daran hindert, Tätigkeiten
auszuführen
χρησιμοποιείται στην πρόταση: Seinen inneren Schweinehund überwinden.
Φανταστείτε ότι έχετε πάρει την απόφαση να κάνετε περισσότερο γυμναστική. Την
πρώτη μέρα τα πάτε τέλεια, την δεύτερη πολύ καλά, την τρίτη μέρα ήδη αρχίζετε να
βαριέστε λιγάκι και από την τέταρτη και μετά σκέφτεστε να τα παρατήσετε (για
οποιονδήποτε λόγο). Εάν όμως κάτι μέσα σας καταφέρει να σας παροτρύνει να
συνεχίσετε τη γυμναστική, τότε καταφέρατε να ξεπεράσετε την εσωτερική σας
αδυναμία (innerer Schweinehund), δηλαδή βρήκατε το κίνητρο για να συνεχίσετε να
εξασκείστε.

18. Jein (γιαϊν)
eine Mischung aus Ja und Nein
και ναι και όχι – χρησιμοποιείται συνήθως όταν δεν ξέρουμε αν θέλουμε να πούμε ναι
ή όχι

19. Männergrippe (μένεργκριπε)
eine nicht so schwere Krankheit beim Mann, der aber so tut, als ob er sterben würde
η αντρική γρίπη

20. Ohrwurm (όρβουρμ)
ein leicht merkbares Lied, das einem für längere Zeit in Erinnerung bleibt
Θα αναρωτηθείτε σίγουρα, τι σχέση έχει το αυτή με το τραγούδι; Απολύτως καμία.
Έτσι αποκαλείται το τραγούδι, το οποίο σας έχει κολλήσει, δηλαδή το τραγουδάτε
ασταμάτητα όλη την ώρα.

21. Fresskoma (φρέσκομα)
wenn man sich nach viel Essen sehr müde und kaputt fühl
Η αίσθηση νύστας, βαρεμάρας και μη θέλησης μετακίνησης μετά από πολύ φαγητό
(συνήθως η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε τα Χριστούγεννα και το Πάσχα,
χάρη στο απίστευτα πλούσιο τραπέζι που στρώνουμε)

22. Feierabend (φάϊεραμπεντ)
freie Zeit am Abend – sowohl das Ende eines Arbeitstages als auch die freie Zeit, bis
man schlafen geht
Έτσι χαρακτηρίζεται το σχόλασμα από την εργασία μας (αλλά συνήθως και ο
ελεύθερος χρόνο που έχουμε μετά τη δουλειά μέχρι να πάμε να κοιμηθούμε).

23. Kopfkino (κόπφκινο)
Ereignisse, die nur in der eignen Phantasie stattfinden
Το σενάριο που υπάρχει μόνο στη φαντασία μας (αλλά δεν είναι πραγματικότητα).

24. Blubberwasser (μπλούμπερβάσερ)
Wasser mit Kohlensäure
νερό με ανθρακικό

25. Muffensausen (μούφενσαουσεν)
Synonym für Angst
Η αίσθηση φόβου. Θα γνωρίζετε ήδη τη λέξη Angst/Angst haben (φόβος/φοβάμαι) –
τώρα μάθατε λοιπόν μια ακόμα λέξη (ανεπίσημη βέβαια) για να εκφράσετε φόβο.

26. Miesepeter (μίσεπετερ)
eine Person, die ständig alles schlecht findet und unzufrieden ist und anderen
oftmals die Laune verdirbt
Έτσι αποκαλείται ένας άνθρωπος, ο οποίος είναι μονίμως κακόκεφος, αρνητικός,
δυσαρεστημένος και επίσης χαλάει το κέφι των άλλων

27. schnurzpiepegal (σνούρτσπιπεγκαλ)
wenn einem etwas absolut egal ist, komme was wolle
υπερβολικός τρόπος έκφρασης ότι αδιαφορούμε για κάτι

28. Hosenscheißer (χόσενσαϊσερ)
1)ein Kind, das noch in die Hose macht
2) eine feige, ängstliche Person
Η πρώτη έννοια της λέξης χρησιμοποιείται για μωρά/μικρά παιδιά, τα οποία κάνουν
ανάγκη τους στο „παντελόνι“ (δηλαδή στην πάνα τους).
Η δεύτερη, λίγο πιο μεταφορική έννοια της λέξης, περιγράφει έναν φοβιτσιάρη.

29. Arschbombe (άρσμπομπε)
ein Sprung ins Wasser, bei dem man sich so rund und kompakt wie nur möglich
macht, um so viel Wasser wie nur möglich um sich zu spritzen
Κατά λέξη μετάφραση – βόμβα κώλου 😉 θα γελάσετε σίγουρα, αλλά αυτή λέξη
περιγράφει την κίνηση που κάνουμε, όταν πηδάμε κουλουριασμένη στην πισίνα
(πηδώντας με αυτόν τον τρόπο στην πισίνα, ανατινάζεται και πετάζεται πολύ νερό
δεξιά και αριστερά).

30. Kabelsalat (κάμπελσαλατ)
viele Kabel, die unordentlich zusammen liegen
πολλά, μπερδεμένα καλώδια

Κατηγορίες: Blog

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *